Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Δέσμευση καταθέσεων για ύπoπτους φοροδιαφυγής!


Τα παραθυράκια του νόμου, που το ίδιο το κράτος άφηνε για να ξεγλιστράνε οι φοροφυγάδες, προσπαθεί τώρα να καλύψει με νομικούς ακροβατισμούς η εφορία.

Η ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών, με τη διαταγή ΠΟΛ.1103/20/4.2012, προσπαθεί να παρακάμψει το Σύνταγμα και δίνει εντολή στις εφορίες να δεσμεύουν τους τραπεζικούς λογαριασμούς και τα περιουσιακά στοιχεία υπόπτων για φοροδιαφυγή, χωρίς πρώτα να τους καλέσει να δώσουν εξηγήσεις.

Με τις οδηγίες αυτές, όποτε εντοπίζεται υπόθεση μεγάλης φοροδιαφυγής, πρώτα θα διατάσσεται η δέσμευση του 50% των λογαριασμών ή και η απαγόρευση μεταβίβασης της ακίνητης περιουσίας των εμπλεκομένων σε τρίτους, και μετά θα καλούνται να αποδείξουν αν είναι αθώοι, ώστε να γίνει άρση του «παγώματος» των περιουσιακών τους στοιχείων.

Τυπικά το άρθρο 20 του Συντάγματος προβλέπει ότι ο πολίτης έχει το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης, πριν από κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που λαμβάνεται σε βάρος του. Αυτό πρακτικά όμως εσήμαινε ότι όσοι είχαν λόγους να φοβούνται ότι πιάστηκαν για μεγάλη φοροδιαφυγή (ΦΠΑ 150.000 ευρώ και άνω, πλαστά και εικονικά 300.000 ευρώ και άνω κλπ), αντιλαμβάνονταν αμέσως τον κίνδυνο να βρει την περιουσία τους  το δημόσιο και να τους την κατάσχει.

Στην πράξη οι επιτήδειοι, με την καθοδήγηση νομικών ή οικονομικών συμβούλων, έσπευδαν να μεταβιβάσουν σε τρίτους τα ακίνητα και άδειαζαν τους τραπεζικούς λογαριασμούς, την ώρα που υποτίθεται πως έδιναν «εξηγήσεις» στην εφορία. Μετά από αυτές, και αν τελικώς οι ΔΟΥ επιβεβαίωναν την παράβαση ασκούσαν τα δικαιώματα είσπραξης του δημοσίου, δεν εύρισκαν τίποτε για να κατάσχουν. Ορισμένοι έφοροι, γνωρίζοντας την κατάληξη που θα είχαν οι ενέργειές τους, έστελναν πρόσκληση σε ακρόαση ενώ πρώτα φρόντιζαν να διατάξουν την δέσμευση των περιουσιών.

Τώρα το υπουργείο ζητάει να γίνεται αυτό «ομοιόμορφα» από όλες τις ΔΟΥ. Θα γίνεται η δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων και μέσα σε 15 μέρες θα στέλνει πρόσκληση η εφορία για να δώσει μέσα σε 10 μέρες εξηγήσεις ο «ύποπτος» φορολογούμενος (πχ να εμφανίσει στοιχεία που δείχνουν πως δεν ήταν εικονικές οι συναλλαγές κλπ).

Και αν όμως ακομα ο ενδιαφερόμενοι προσφύγουν στα δικαστήρια επειδή διετάχθη η δέσμευση μέρους της περιουσίας τους, επικαλούμενοι το Σύνταγμα επειδή δεν τους ειδοποίησε από πριν η εφορία και εφόσον τα δικαστήρια τους δικαιώσουν -απορρίπτοντας το επιχείρημα του δημοσίου πως υπάρχει κίνδυνος να «φυγαδεύσουν» την περιουσία τους οι ελεγχόμενοι- οι έφοροι θα διατάζουν και πάλι εκ νέου «πάγωμα» της περιουσίας, μέχρι να εκδοθεί το τελικο πόρισμα ελέγχου ή να το ακυρώσει  και πάλι κάποιο άλλο δικαστήριο.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης

Αναλυτικά, η ΠΟΛ.1103/20.4.2012 είναι η εξής:

ΘΕΜΑ: Διευκρινίσεις σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999), σε περιπτώσεις που έχουν επιβληθεί τα μέτρα διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου, βάσει των διατάξεων του άρθρου 14 του νόμου 2523/1997, όπως ισχύει.

Σχετικά με το ανωτέρω θέμα, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:

1. Με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 20 του Συντάγματος ορίζεται ότι το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερομένου ισχύει και για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του.

2. Ειδικότερα, με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999 Φ.Ε.Κ. 45 Α’), ορίζεται ότι:
«1. Οι διοικητικές αρχές, πριν από κάθε ενέργεια ή μέτρο σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων συγκεκριμένου προσώπου, οφείλουν να καλούν τον ενδιαφερόμενο να εκφράσει τις απόψεις του, εγγράφως ή προφορικώς, ως προς τα σχετικά ζητήματα.

2. Η κλήση προς ακρόαση είναι έγγραφη, αναφέρει τον τόπο, την ημέρα και την ώρα της ακρόασης, προσδιορίζει δε το αντικείμενο του μέτρου ή της ενέργειας. Η κλήση κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο τουλάχιστον πέντε (5) πλήρεις ημέρες πριν από την ημέρα της ακρόασης. Ο ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα να λάβει γνώση των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων και να προβεί σε ανταπόδειξη. Η τήρηση της προαναφερομένης διαδικασίας, καθώς και η λήψη υπόψη των απόψεων του ενδιαφερομένου, πρέπει να προκύπτουν από την αιτιολογία της διοικητικής πράξης. Το υιοθετούμενο μέτρο πρέπει να λαμβάνεται μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα από την ακρόαση του ενδιαφερομένου».

Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου και νόμου ορίζεται ότι:
«3. Αν η άμεση λήψη του δυσμενούς μέτρου είναι αναγκαία για την αποτροπή κινδύνου ή λόγω επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος, είναι, κατ’ εξαίρεση, δυνατή η, χωρίς προηγούμενη κλήση του ενδιαφερομένου, ρύθμιση. Αν η κατάσταση που ρυθμίστηκε είναι δυνατόν να μεταβληθεί, η διοικητική αρχή, μέσα σε χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ημερών, καλεί τον ενδιαφερόμενο να εκφράσει τις απόψεις του, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, οπότε προβαίνει σε τυχόν νέα ρύθμιση. Αν η πιο πάνω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, το μέτρο παύει αυτοδικαίως, και χωρίς άλλη ενέργεια, να ισχύει. 4. Οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 εφαρμόζονται και όταν οι σχετικές με τη δυσμενή διοικητική πράξη διατάξεις προβλέπουν δυνατότητα άσκησης διοικητικής προσφυγής».

3. Με βάση τα προαναφερθέντα και με σκοπό την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, παρέχονται οι παρακάτω οδηγίες:

i. Σε περίπτωση εφαρμογής των μέτρων διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 2523/1997, όπως ισχύει, τα εν λόγω μέτρα λαμβάνονται εξαιρετικά και έχουν προληπτικό και επείγοντα χαρακτήρα, ως εκ τούτου, εξαιρούνται της τήρησης του τύπου της προηγούμενης ακρόασης των φορολογουμένων, ενόψει του σκοπού της διάταξης του ως άνω άρθρου, ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου, ούτως ώστε να δεσμευθούν οι λογαριασμοί και καταθέσεις καθώς και εν γένει τα περιουσιακά στοιχεία του υπόχρεου μέχρι εκδόσεως των σχετικών τίτλων βεβαίωσης. Η προηγούμενη κλήση των προσώπων αυτών, θα ματαίωνε το σκοπό του νόμου, ο οποίος έχει αναχθεί από το νομοθέτη, επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα, σε σκοπό επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος και θα έθετε σε κίνδυνο τα συμφέροντα του Δημοσίου.

ii. Στις ανωτέρω, όμως, περιπτώσεις και προκειμένου να μην εκδίδονται απορριπτικές για τον τυπικό αυτό λόγο δικαστικές αποφάσεις, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του εδ. β’ της παρ. 3 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και η αρμόδια για την εφαρμογή των μέτρων φορολογική αρχή οφείλει να επιδίδει με απόδειξη στον υπόχρεο, σε βάρος του οποίου εφάρμοσε τα μέτρα διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου, κλήση προς επιγενόμενη ακρόαση για τις διαπιστώσεις που καταγράφηκαν στην Ειδική Έκθεση Ελέγχου του άρθρου 14 του ν. 2523/1997, εντός αποκλειστικής προθεσμίας 15 ημερών από την ημερομηνία εφαρμογής των μέτρων.

Σε περίπτωση μη τήρησης της παραπάνω διαδικασίας εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας για την κλήση του ενδιαφερόμενου, η ενέργεια διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου παύει αυτοδικαίως να ισχύει, δηλαδή αίρονται στο σύνολό τους όλα τα σε βάρος του εφαρμοσθέντα μέτρα, χωρίς να χρειάζεται άλλη ενέργεια του αρμοδίου για την εφαρμογή των μέτρων αυτών οργάνου.

Με την κλήση ο υπόχρεος καλείται εντός προθεσμίας 10 ημερών, η οποία αρχίζει από την επομένη ημέρα της ημέρας επίδοσης, προκειμένου να παράσχει εγγράφως τις απόψεις του επί των διαπιστώσεων της ως άνω Ειδικής Έκθεσης Ελέγχου, προσκομίζοντας και κάθε αποδεικτικό στοιχείο των ισχυρισμών του. Εφόσον η ημερομηνία λήξης των παραπάνω προθεσμιών είναι αργία, αυτή παρατείνεται μέχρι την πρώτη εργάσιμη ημέρα. Οι έγγραφες απόψεις του υπόχρεου υποβάλλονται στην αρμόδια φορολογική αρχή.

iii. Προς διευκόλυνση των αρμοδίων φορολογικών αρχών, η κλήση για επιγενόμενη ακρόαση δύναται να επιδοθεί ταυτόχρονα με την ενέργεια εφαρμογής των μέτρων διασφάλισης ή επιδίδεται με απόδειξη ξεχωριστό έγγραφο κλήσης (βλ. σχετικό υπόδειγμα), εντός των προαναφερομένων προθεσμιών. Η προθεσμία για κλήση του φορολογούμενου δεν επηρεάζει την προθεσμία άσκησης προσφυγής. Σε κάθε περίπτωση τονίζεται ότι παραμένει η δυνατότητα στο φορολογούμενο να απευθυνθεί με αίτησή του στον αρμόδιο Υπουργό για την ολική ή μερική άρση των μέτρων κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 14 του ν. 2523/1997.

iv. Στις περιπτώσεις που με βάση τις έγγραφες απόψεις του υπόχρεου αποδειχθεί ότι δεν πληρούνται για οποιονδήποτε λόγο οι προϋποθέσεις για την σε βάρος του εφαρμογή των μέτρων διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου, όπως αυτές ορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 2523/1997, εκδίδεται από την αρμόδια αρχή τροποποιητική ενέργεια, βάσει της οποίας υπόχρεος απαλλάσσεται των εν λόγω μέτρων και η οποία κοινοποιείται αντιστοίχως στους αποδέκτες της αρχικής ενέργειας.

v. Τέλος, σας γνωρίζουμε ότι στις περιπτώσεις που εκδίδονται από τα αρμόδια Δικαστήρια ακυρωτικές αποφάσεις, λόγω νομικής πλημμέλειας των ενεργειών εφαρμογής των μέτρων του άρθρου 14 του ν. 2523/1997 και συγκεκριμένα λόγω παράλειψης τήρησης ουσιώδους τύπου της διαδικασίας που συνίσταται στο δικαίωμα του φορολογουμένου να εκθέτει εκ των υστέρων τις απόψεις του, η αρμόδια για την εφαρμογή των μέτρων φορολογική αρχή, εφόσον οι λόγοι για τους οποίους αυτά ελήφθησαν εξακολουθούν να υφίστανται, πρέπει βάσει της ίδιας Ειδικής Έκθεσης Ελέγχου να προβεί σε νέα ενέργεια εφαρμογής των μέτρων και να ακολουθήσει τη διαδικασία, τηρώντας τον τύπο που περιγράφεται στην παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 2690/1999.

Πηγή : protothema.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Φόρμα επικοινωνίας: Η Γνώμη σας για την συνέχεια της σελίδος μας;

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Σύνδεση με αξιόπιστες σελίδες.

our visitors are from around the world